| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.633.619 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ευχαρίστηση |
0,01 sec. |
|
ευχαρίστηση pleasure plaĉo, plezuro plaisir سرور potěšení fornøjelse Vergnügen placer ilo zadovoljstvo piacere 楽しみ 기쁨 plezier fornøyelse przyjemność prazer удовольствие nöje ความปิติยินดี zevk thú vui 愉快 ουσ θ ευχαρίστηση [efxa'ristisi] ικανοποίηση, χαρά satisfaction; plaisir νιώθω ευχαρίστηση ressentir de la satisfaction βρίσκω ευχαρίστηση σε κτ trouver de la satisfaction à qqch δέχομαι κτ με ευχαρίστηση accepter qqch avec plaisir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|