Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.722.925 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εφαρμοστός

0,02 sec.
εφαρμοστός ضيق جدا
εφαρμοστός přiléhavý
εφαρμοστός kropsnær
εφαρμοστός hauteng
εφαρμοστός skin-tight
εφαρμοστός ceñido
εφαρμοστός vartalonmyötäinen
εφαρμοστός moulant
εφαρμοστός pripijen uz kožu
εφαρμοστός aderente
εφαρμοστός ぴったり体に合う
εφαρμοστός 꼭 끼는
εφαρμοστός nauwsluitend
εφαρμοστός tettsittende
εφαρμοστός opięty
εφαρμοστός apertado, justo ao corpo
εφαρμοστός обтягивающий
εφαρμοστός snäv
εφαρμοστός รัดรูป
εφαρμοστός daracık
εφαρμοστός bó sát người
εφαρμοστός 贴身的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.