| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.396.587 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εφιαλτικός |
0,03 sec. |
|
εφιαλτικός nightmarish επίθ α / θ / α εφιαλτικός, εφιαλτική, εφιαλτικό [efialti'kos, efialti'ci, efialti'ko] φρικτός σαν εφιάλτης cauchemardesqueterrifiant/-ante εφιαλτικό ταξίδι un voyage cauchemardesque Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|