| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.925.514 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εφιαλτικός |
0,01 sec. |
|
|
εφιαλτικός nightmarish pesadilla كابوس cauchemardesque pesadelo mardrömslika
επίθ α / θ / α εφιαλτικός, εφιαλτική, εφιαλτικό [efialti'kos, efialti'ci, efialti'ko] φρικτός σαν εφιάλτης cauchemardesqueterrifiant/-ante εφιαλτικό ταξίδι un voyage cauchemardesque Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|