| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.492.089 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εφοδιάζω |
0,04 sec. |
|
εφοδιάζω equip, supply, accouter, purvey, stock équiper, approvisionner يَحْتفظ بمخزون vést have på lager führen aprovisionarse pitää varastossa držati robu approvvigionare 在庫を置く 들여놓다 in voorraad houden lagre zaopatrzyć estocar, manter em stock иметь в наличии ha i lager เก็บ stoklamak trữ hàng 进货 ρ μετβ εφοδιάζω [efo'ðjazo] παρέχω, προμηθεύω approvisionneréquiper εφοδιάζω κπ με τρόφιμα approvisionner qqn en aliments ρ μεσοπαθ εφοδιάζομαι [efo'ðjazome] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|