| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.469.573 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ζέστη |
0,01 sec. |
|
ζέστη heat chaleur ουσ θ ζέστη ['zesti] η αισθητή αύξηση της θερμοκρασίας chaleur ΈχειΚάνει ζέστη εδώ. Il fait chaud ici. Κάνει ανυπόφορη ζέστη. Il y a une chaleur insupportable. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|