| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.292.792 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ζαλάδα |
0,04 sec. |
|
ζαλάδα dizziness ουσ θ ζαλάδα [za'laða] η αίσθηση πως χάνω τις αισθήσεις μου ή την ισορροπία μου vertige; étourdissement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|