| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.771.001.973 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ζαλίζω |
0,02 sec. |
|
ζαλίζω badger, stun ρ μετβ ζαλίζω [za'lizo] 1 κάνω κπ να αισθανθεί άρρωστος faire tourner la têteétourdir To κρασί με ζαλίζει. Le vin me fait tourner la tête. ρ μεσοπαθ ζαλίζομαι [za'lizome] 2 έχω τάση για εμετό avoir mal au cœuravoir le mal de mer Στο ταξίδι ζαλίστηκα. Pendant le voyage j'ai eu mal au cœur. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|