| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.981.634 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ζαλισμένος |
0,01 sec. |
|
|
ζαλισμένος dizzy, groggy, perplexed دُوار zatočit (se) svimmel schwindelig vertiginoso, mareado pyörryksissä oleva étourdi vrtoglav stordito めまいがする 현기증 나는 duizelig svimmel czujący zawrót głowy vertiginoso испытывающий головокружение snurrig เวียนศรีษะ başı dönmüş chóng mặt 晕眩的
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|