| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.288.875 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ζαρώνω |
0,02 sec. |
|
ζαρώνω wrinkle, cower, crumple, knit, shrink يَتقلَص srazit (se) krympe schrumpfen encoger, encogerse kutistua rétrécir smanjiti se restringersi 縮む 줄어들다 krimpen krympe skurczyć się encolher уменьшать(ся) krympa หด kısalmak co lại 萎缩 ρ αμετβ ζαρώνω [za'rono] 1 μαζεύομαι se mettre en boule ζαρώνω από το φόβο μου se blottir de peur contrese recroqueviller de peur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|