Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.424.652 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ζελέ

0,03 sec.
ζελέ gel, Jell-O®, jelly جل, جيلى gel, želé gelé Gel, Götterspeise gel, gelatina geeli, hyytelö gel, gelée gel, žele gel, gelatina ジェル, ゼリー 겔, 젤리 gel, gelei gele galareta, żel gel, gelatina гель, желе gel, gelé เจลสำหรับแต่งผม, เยลลี่ jöle gôm, thạch 凝胶, 果子冻
ουσ ουδ άκλ ζελέ [ze'le]
1 γλυκό ή αλμυρό παρασκεύασμα από πηχτό ζουμί gelée
ζελέ φρούτων une gelée de fruits
2 ουσία που συγκρατεί τα μαλλιά gel
βάζω ζελέ στα μαλιά μου mettre du gel sur les cheveux


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.