| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.507.442 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ζεσταίνω |
0,02 sec. |
|
ζεσταίνω warm, heat, mull, warm up faire chauffer, réchauffer يَِتمَرن ohřát varme op erwärmen calentar lämmittää zagrijati riscaldare 暖まる 따뜻하게 하다 opwarmen varme opp rozgrzać aquecer разогреваться värma upp ทำให้อุ่นขึ้น ısıtmak khởi động 热身 ρ μετβ ζεσταίνω [ze'steno] 1 κάνω κτ να ζεσταθεί réchauffer ζεσταίνω γάλα réchauffer du lait ρ μεσοπαθ ζεσταίνομαι [ze'stenome] 2 ανεβαίνει η θερμοκρασία του σώματός μου se réchauffer Θέλω να ζεσταθώ. Je veux me réchauffer. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|