Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.769.245.495 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ζεστός

0,07 sec.
ζεστός warm, heiß hot, warm, genial cálido, caliente, templado chaleureux, chaud, fervent חם ciepły, gorący cald жаркий, тёплый, яркий, теплый دافئ teplý varm lämmin topao tiepido 暖かい 따뜻한 warm varm quente varm อุ่น ılık ấm 温暖的
επίθ α / θ / ουδ ζεστός, ζεστή, ζεστό [ze'stos, ze'sti, ze'sto]
1 που έχει ψηλή θερμοκρασία chaud, chaude
ζεστό γάλα du lait chaud
2 που προκαλεί άνοδο της θερμοκρασίας chaud
ζεστό ρούχο un vêtement chaud
3 εγκάρδιος chaleureux/-euse
ζεστά λόγια des paroles chaleureuses
4 που δημιουργεί αίσθημα οικειότητας chaleureuxchaud
ζεστή ατμόσφαιρα une ambiance chaleureuse
ζεστό χρώμα une couleur chaude
επίρρ ζεστά [ze'sta]
1 με ζεστό τρόπο chaudement
ντύνομαι ζεστά s'habiller chaudement
2 με εγκαρδιότητα chaleureusementchaudement
μιλάω ζεστά σε κπ parler chaleureusement à qqn
παίρνω κτ ζεστά
αφοσιώνομαι σε κτ se mettre
Το πήρε πολύ ζεστά το θέμα. Il l'a pris trop à cœur.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.