| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.769.245.495 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ζεστός |
0,07 sec. |
|
ζεστός warm, heiß hot, warm, genial cálido, caliente, templado chaleureux, chaud, fervent חם ciepły, gorący cald жаркий, тёплый, яркий, теплый دافئ teplý varm lämmin topao tiepido 暖かい 따뜻한 warm varm quente varm อุ่น ılık ấm 温暖的 επίθ α / θ / ουδ ζεστός, ζεστή, ζεστό [ze'stos, ze'sti, ze'sto] 3 εγκάρδιος chaleureux/-euse ζεστά λόγια des paroles chaleureuses 4 που δημιουργεί αίσθημα οικειότητας chaleureuxchaud ζεστή ατμόσφαιρα une ambiance chaleureuse ζεστό χρώμα une couleur chaude επίρρ ζεστά [ze'sta] 1 με ζεστό τρόπο chaudement ντύνομαι ζεστά s'habiller chaudement 2 με εγκαρδιότητα chaleureusementchaudement μιλάω ζεστά σε κπ parler chaleureusement à qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|