Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.899.025.615 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ζω

0,01 sec.
ζω leben live, subsist elää vivre leve vivere leven żyć, przeżyć viver leva жить يعيش žít leve vivir živjeti 生きる 살다 leve ดำเนินชีวิต yaşamak sống 生活 Живея
ρ αμετβ ζω [zo]
1 είμαι ζωντανός vivreexister
2 κατοικώ habiter
Ζω στην Αθήνα. Je vis à Athènes.
3 μένω μαζί με κπ vivre
Ζει με το φίλο της. Elle vit avec son ami.
4 περνάω το χρόνο μου vivre
Ζω ευχάριστα. Ma vie est agréable.
Να ζήσεις!
ευχή σε γάμο, γενέθλια κ.λπ. Longue vie !
ρ μετβ ζω [zo]
1 βιώνω vivre
Ζήσαμε έναν εφιάλτη. Nous avons vécu un cauchemar.
2 τρέφω, συντηρώ faire vivrenourrir
Έχω να ζήσω την οικογένειά μου. Je dois nourrir ma famille.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.