Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.073.106 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ζωντανός
(προωθήθηκε από ζωντανή)

0,03 sec.
ζωντανός alive, live, living, animated, fresh, vivid vif, vivant حي, على قيد الحياة živý levende lebend, lebendig vivo elävä, elossa živ, živahan vivo 生きている 살아 있는 levend, live levende żywy vivo живой levande มีชีวิตชีวา canlı còn sống, trực tiếp 活的, 活着的
επίθ α / θ / ουδ ζωντανός, ζωντανή, ζωντανό [zonda'nos, zonda'ni, zonda'no]
1 που ζει vivant/-ante
ζωντανός οργανισμός un organisme vivant
2 που έχει πολλή ενέργεια plein de vievivant
ζωντανός άνθρωπος un homme plein de vie
3 φωτεινός, έντονος vif, vive£££
ζωντανό χρώμα une couleur vive
4 ζωηρός, με μεγάλο ενδιαφέρον animé/-ée
ζωντανή συζήτηση une discussion animée


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.