Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.726.009.821 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ζωτικός

0,01 sec.
ζωτικός key, crucial, vital حيوي, عصيب důležitý, velmi důležitý afgørende, vital entscheidend crucial, vital elintärkeä, ratkaisevan tärkeä crucial, vital ključan, vitalan cruciale, vitale きわめて重大な, 重大な 결정적인, 필수적인 cruciaal, essentieel svært viktig, vital decydujący, życiowy crucial, vital жизненный, ключевой kritisk, livsviktig สำคัญมาก hayati, önemli rất quan trọng, sống còn 关键性的, 生死攸关的
επίθ α / θ / ουδ ζωτικός, ζωτική, ζωτικό [zoti'kos, zoti'ci, zoti'ko]
πολύ σημαντικός crucial/-ale
απόφαση ζωτικής σημασίας une décision d'importance fondamentale/vitale


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.