| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.293.184 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ζώνη |
0,02 sec. |
|
ζώνη belt, zone, sash ceinture, zone cintura, cinghia, zona zona cinto, zona пояс, зона, ремень حزام, منطقة opasek, zóna bælte, zone Gürtel, Zone cinturón, zona vyö, vyöhyke pojas, zona ベルト, 地帯 지대, 허리띠 riem, zone belte, sone pasek, strefa skärp, zon เข็มขัด, โซน แถบ เขต bölge, kemer thắt lưng, vùng 地带, 带子 ουσ θ ζώνη ['zoni] 1 λουρίδα που στερεώνει ρούχο γύρω από τη μέση ceinture 2 περιοχή espace; place επικίνδυνη ζώνη une zone dangereuse ζώνη ασφαλείας λουρίδα που ακινητοποιεί και προστατεύει επιβάτη la ceinture de sécurité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|