| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.066.652 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ηθικός |
0,01 sec. |
|
|
ηθικός moral, éthique ethical, moral, righteous أخلاقي, أخلاقي مِهَنِي etický, morální etisk, moralsk ethisch, moralisch ético, moral eettinen, moraalinen etički, moralan etico, morale 倫理的な, 道徳の 도덕적인, 윤리적인 deugdzaam, ethisch etisk, moralsk etyczny, moralny ético, moral моральный, этический etisk, moralisk เกี่ยวกับศีลธรรม, ตามหลักจริยธรรม ahlaki có đạo đức, thuộc đạo đức 民族的, 道德上的
επίθ α / θ / ουδ ηθικός, ηθική, ηθικό [iθi'kos, iθi'ci, iθi'ko] ουσ θ ηθική το σύνολο των κανόνων που διαχωρίζουν το καλό από το κακό morale κάνω μάθημα ηθικής σε κπ faire la morale à qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|