Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.673.821 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ηθικός

0,01 sec.
ηθικός moral, éthique ethical, moral, righteous أخلاقي, أخلاقي مِهَنِي etický, morální etisk, moralsk ethisch, moralisch ético, moral eettinen, moraalinen etički, moralan etico, morale 倫理的な, 道徳の 도덕적인, 윤리적인 deugdzaam, ethisch etisk, moralsk etyczny, moralny ético, moral моральный, этический etisk, moralisk เกี่ยวกับศีลธรรม, ตามหลักจริยธรรม ahlaki có đạo đức, thuộc đạo đức 民族的, 道德上的
επίθ α / θ / ουδ ηθικός, ηθική, ηθικό [iθi'kos, iθi'ci, iθi'ko]
σχετικός με την ηθική moral/-ale
ηθικοί κανόνες des règles morales
ουσ ουδ ηθικό
η ψυχική δύναμη moral
χάνω το ηθικό μου ne plus avoir le moral
ουσ θ ηθική
το σύνολο των κανόνων που διαχωρίζουν το καλό από το κακό morale
κάνω μάθημα ηθικής σε κπ faire la morale à qqn


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.