| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.069.498 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ηλεκτρικός |
0,01 sec. |
|
|
ηλεκτρικός electric elektra électrique مكهرب elektrický elektrisk elektrisch eléctrico, eléctrica sähköinen električan elettrico 電気の 전기의 elektrisch elektrisk elektryczny eléctrico, elétrico электрический elektrisk เกี่ยวกับไฟฟ้า elektrikli điện 电的, 电气 електрически 電氣 חשמל
επίθ α / θ / ουδ ηλεκτρικός, ηλεκτρική, ηλεκτρικό [ilektri'kos, ilektri'ci, ilektri'ko] 1 που λειτουργεί με ηλεκτρισμό électrique η ηλεκτρική καρέκλακιθάρα la chaise/la guitare électrique 2 σχετικός με τον ηλεκτρισμό électrique ηλεκτρικό ρεύμα le courant électrique ουσ ουδ ηλεκτρικό ρεύμα électricitécourant (électrique) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|