| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.448.174 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ηλεκτρικός |
0,01 sec. |
|
ηλεκτρικός electric elektra électrique مكهرب elektrický elektrisk elektrisch eléctrico sähköinen električan elettrico 電気の 전기의 elektrisch elektrisk elektryczny eléctrico, elétrico электрический elektrisk เกี่ยวกับไฟฟ้า elektrikli điện 电的 επίθ α / θ / ουδ ηλεκτρικός, ηλεκτρική, ηλεκτρικό [ilektri'kos, ilektri'ci, ilektri'ko] 1 που λειτουργεί με ηλεκτρισμό électrique η ηλεκτρική καρέκλακιθάρα la chaise/la guitare électrique 2 σχετικός με τον ηλεκτρισμό électrique ηλεκτρικό ρεύμα le courant électrique ουσ ουδ ηλεκτρικό ρεύμα électricitécourant (électrique) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|