| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.084.599 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ηλεκτροπληξία |
0,01 sec. |
|
|
ηλεκτροπληξία electric shock elektrokuto électrocution sähköiskun
ουσ θ ηλεκτροπληξία [ilektropli'ksia] η ισχυρή αντίδραση οργανισμού που διαπερνάται από ηλεκτρικό ρεύμα électrocution Κίνδυνος ηλεκτροπληξίας! Risque d'électrocution ! παθαίνω ηλεκτροπληξία s'électrocuter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|