Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.482.866 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ηλικιωμένος

0,02 sec.
ηλικιωμένος âgé old, aged, elderly كهولى, مُسِن letitý, postarší ældre, år gammel ältlich, bejahrt anciano, envejecido iäkäs, ikääntynyt ostario, postariji anziano, di età 年老いた, 年配の 나이가 지긋한, 늙은 bejaard, oud gammel, tilårskommen starszy, w podeszłym wieku envelhecido, idoso, velho пожилой äldre, i en ålder av สูงวัย, สูงอายุ yaşlı, yaşlılar cao tuổi, có tuổi 年过中年的, 老年人
επίθ α / θ ηλικιωμένος, ηλικιωμένη, ηλικιωμένο [ilicio'menos, ilicio'meni, ilicio'meno]
γέρος, γριά âgé/ -ée
ηλικιωμένο ζευγάρι un couple âgé


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.