| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.968.640 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ηλικιωμένος |
0,03 sec. |
|
|
ηλικιωμένος âgé old, aged, elderly كهولى, مُسِن letitý, postarší ældre, år gammel ältlich, bejahrt anciano, envejecido iäkäs, ikääntynyt ostario, postariji anziano, di età 年老いた, 年配の 나이가 지긋한, 늙은 bejaard, oud gammel, tilårskommen starszy, w podeszłym wieku envelhecido, idoso, velho пожилой äldre, i en ålder av สูงวัย, สูงอายุ yaşlı, yaşlılar cao tuổi, có tuổi 年过中年的, 老年人 стар ישן
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|