| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.767.592 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ημερήσιος |
0,03 sec. |
|
ημερήσιος ежедневник daily, day journalier επίθ α / θ / ουδ ημερήσιος, ημερήσια, ημερήσιο [ime'risios, ime'risia, ime'risio] 1 που διαρκεί μόνο μία μέρα d'un jourjournalier/-ère ημερήσια εκδρομή une excursion journalière 2 καθημερινός décontracté/-ée το ημερήσιο δρομολόγιο l'itinéraire quotidien Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|