| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.985.344 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ηπειρωτικός |
0,01 sec. |
|
|
ηπειρωτικός continental, mainland kontinenta continental
επίθ α / θ / ουδ ηπειρωτικός, ηπειρωτική, ηπειρωτικό [ipiroti'kos, ipiroti'ci, ipiroti'ko] που έχει σχέση με την ξηρά κι όχι με τα νησιά continental/-ale ηπειρωτική χώρα un pays continental ηπειρωτικό κλίμα πολύ ζεστό το καλοκαίρι και κρύο το χειμώνα un climat continental Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|