Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.335.357 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ηρεμιστικό

0,03 sec.
ηρεμιστικό sedative, tranquilizer, tranquillizer
ηρεμιστικό sédatif, calmant
ηρεμιστικό عقار مسكن, مُهَدّئ
ηρεμιστικό sedativum
ηρεμιστικό beroligende middel
ηρεμιστικό Beruhigungsmittel
ηρεμιστικό sedante
ηρεμιστικό rauhoittava lääke
ηρεμιστικό sedativ, sredstvo za uspavljivanje
ηρεμιστικό sedativo, tranquillante
ηρεμιστικό 精神安定剤, 鎮静剤
ηρεμιστικό 신경 안정제, 진정제
ηρεμιστικό slaapmiddel, tranquillizer
ηρεμιστικό beroligende middel
ηρεμιστικό środek uspokajający
ηρεμιστικό sedativo, tranquilizante, tranqüilizante
ηρεμιστικό lugnande medel
ηρεμιστικό ยาที่ทำให้จิตใจสงบ, ยาระงับประสาท
ηρεμιστικό sakinleştirici, yatıştırıcı
ηρεμιστικό thuốc an thần
ηρεμιστικό 镇定剂, 镇静剂


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.