| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.335.357 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ηρεμιστικό |
0,03 sec. |
|
ηρεμιστικό sedative, tranquilizer, tranquillizer ηρεμιστικό sedativum ηρεμιστικό beroligende middel ηρεμιστικό Beruhigungsmittel ηρεμιστικό sedante ηρεμιστικό rauhoittava lääke ηρεμιστικό sedativ, sredstvo za uspavljivanje ηρεμιστικό sedativo, tranquillante ηρεμιστικό 精神安定剤, 鎮静剤 ηρεμιστικό 신경 안정제, 진정제 ηρεμιστικό slaapmiddel, tranquillizer ηρεμιστικό beroligende middel ηρεμιστικό środek uspokajający ηρεμιστικό sedativo, tranquilizante, tranqüilizante ηρεμιστικό транквилизатор, успокоительное средство ηρεμιστικό lugnande medel ηρεμιστικό ยาที่ทำให้จิตใจสงบ, ยาระงับประสาท ηρεμιστικό sakinleştirici, yatıştırıcı ηρεμιστικό thuốc an thần Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|