| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.640.772 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ηρεμώ |
0,03 sec. |
|
ηρεμώ calm, calm down tranquilliser, se calmer callar, tranquilizar, tranquilizarse يَهْدَأ uklidnit (se) falde til ro beruhigen rauhoittua smiriti se calmarsi 落ち着く 진정하다 rustig worden roe (seg) ned uspokoić acalmar-se успокаивать(ся) lugna ner (sig) ทำให้สงบ sakinleşmek bình tĩnh lại 平静下来 ρ αμετβ ηρεμώ [ire'mo] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|