| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.011.593 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ηφαιστειογενής |
0,01 sec. |
|
|
ηφαιστειογενής volcanic volcanique
επίθ α/θ / ουδ ηφαιστειογενής, ηφαιστειογενές [ifestioʝe'nis, ifestioʝe'nes] που σχηματίστηκε από ηφαίστειο volcanique ηφαιστειογενές έδαφος une terre volcanique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|