| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.434.575 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ηχηρός |
0,06 sec. |
|
ηχηρός voiced, loud, resonant, sonorous مدو hlasitý høj laut chillón äänekäs bruyant glasan rumoroso 大声の 소리가 큰 luid høylytt głośny alto громкий högljudd ดัง gürültülü to 大声的 επίθ α / θ / ουδ ηχηρός, ηχηρή, ηχηρό [içi'ros, içi'ri, içi'ro] που βγάζει δυνατό ήχο retentissant/-antesonore ηχηρό γέλιο un rire retentissant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|