| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.612.550 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άμεσος |
0,03 sec. |
|
άμεσος immediate, urgent, direct فورى, مباشر okamžitý, přímý direkte, øjeblikkelig direkt, unmittelbar directo, inmediato suora, välitön direct, immédiat izravan, neposredan diretto, immediato 早速の, 率直な 즉시의, 직접의 direct, onmiddellijk direkte, øyeblikkelig bezpośredni, natychmiastowy directo, direto, imediato мгновенный, прямой omedelbar, rättfram ควบคุมการทำงาน, ทันที acil, kestirme lập tức, trực tiếp 直接的, 立即的 επίθ α / θ / ουδ άμεσος, άμεση, άμεσο ['amesos, 'amesi, 'ameso] η Άμεση/η Άμεσος Δράση αστυνομία για έκτακτα περιστατικά §§§§la Police secours καλώ την Άμεση Δράση £££appeler la Police secours επίρρ άμεσα ['amesa] 1 χωρίς ενδιάμεσο directement απευθύνομαι άμεσα σε κπ s'adresser directement à qqn συνδέομαι άμεσα με être directement lié à 2 σύντομα, επειγόντως immédiatement Η επιθυμία του θα πραγματοποιηθεί άμεσα. Son désir se réalisera immédiatement. Πρέπει να εγχειριστεί άμεσα. Il doit se faire opérer immédiatement. επίρρ αμέσως [a'mesos] χωρίς καθυστέρηση d'urgence Έρχομαι αμέσως. J'arrive tout de suite. Πρέπει να επιστρέψεις αμέσως. Tu dois rentrer immédiatement. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|