| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.816.781 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αίσθηση |
0,02 sec. |
|
αίσθηση feeling, sensation, sense sens, sensation, sentiment حاسة, شُعُور pocit, smysl følelse, sans Gefühl, Sinn sensación, sentido aisti, tunne čulo, osjećaj senso, sentimento 感覚, 気持ち 감각, 느낌 bedoeling, gevoel følelse, fornuft uczucie, zmysł senso, sentido, sentimento чувство känsla, sinne ความรู้สึก duygu, duyu cảm giác, giác quan 感觉 ουσ θ αίσθηση ['esθisi] 1 οι βασικές αισθητικές λειτουργίες sens η αίσθηση της αφής le toucher 2 το σωματικό ερέθισμα sensation 3 επίγνωση, επαφή με sens χάνω τις αισθήσεις μου s'évanouir η έκτη αίσθηση δυνατό προαίσθημα le sixième sens Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|