| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.130.894 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τελευταίος |
0,01 sec. |
|
τελευταίος poslední last, latter lasta último viimeinen dernier utolsó ultimo ostatni último أخير sidst letzter zadnji 最後の 마지막의 laatst sist последний sist สุดท้าย son sau cùng 最后的 επίθ α / θ / ουδ τελευταίος, τελευταία, τελευταίο [tele'fteos, tele'ftea, tele'fteo] 1 τελικός dernier/-ière τελευταίος αποχαιρετισμός le dernier adieu 3 σύγχρονος dernier η τελευταία τεχνολογία la dernière technologie η τελευταία λέξη (της τεχνολογίας) η πιο σύγχρονη le nec plus ultra (de la technologie)(technologie) de pointe επίρρ τελευταία [tele'ftea] dernièrement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|