| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.283.467 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ρίζα |
0,02 sec. |
|
ρίζα root Wurzel racine wortel, oorsprong جِذر kořen rod raíz juuri korijen radice 根 뿌리 rot korzeń raiz корень rot ราก kök rễ cây 根 ουσ θ ρίζα ['riza] 1 το μέρος του φυτού που βρίσκεται κάτω από το έδαφος racine 2 η βάση pied; base στη ρίζα του βουνού au pied de la montagne 3 αιτία racine η ρίζα του προβλήματος la racine du problème η τετραγωνική ρίζα (αριθμού) μαθηματικός όρος la racine carrée (d'un chiffre) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|