Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.283.467 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ρίζα
(προωθήθηκε από η τετραγωνική ρίζα αριθμού)

0,02 sec.
ρίζα root Wurzel racine wortel, oorsprong جِذر kořen rod raíz juuri korijen radice 뿌리 rot korzeń raiz корень rot ราก kök rễ cây
ουσ θ ρίζα ['riza]
1 το μέρος του φυτού που βρίσκεται κάτω από το έδαφος racine
κόβω ένα φυτό από τη ρίζα couper une plante à la racine
2 η βάση pied; base
στη ρίζα του βουνού au pied de la montagne
3 αιτία racine
η ρίζα του προβλήματος la racine du problème
η τετραγωνική ρίζα (αριθμού)
μαθηματικός όρος la racine carrée (d'un chiffre)
θ πληθυντικός ρίζες ['rizes] η καταγωγή racines
ξεχνάω τις ρίζες μου oublier ses racines


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.