| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.929.573 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
νάρκη |
0,02 sec. |
|
νάρκη mine, stupor mine ουσ θ νάρκη ['narci] βαθύς ύπνος engourdissement πέφτω σε νάρκη s'engourdirs'endormir η χειμερία νάρκη λήθαργος κπ ζώων το χειμώνα l'hibernation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|