| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.518.335 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χωριάτικος |
0,03 sec. |
|
χωριάτικος επίθ α / θ / ουδ χωριάτικος, χωριάτικη, χωριάτικο [xor'jatikos, xor'jatici, xor'jatiko] σχετικός με χωριό paysan/-annecampagnard/-arde χωριάτικη ζωή une vie campagnarde η χωριάτικη σαλάτα σαλάτα με ντομάτα, αγγούρι, ελιές και τυρί φέτα la salade grecque Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|