| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.277.678 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θάλαμος |
0,04 sec. |
|
θάλαμος booth, chamber, compartment, ward ουσ α θάλαμος ['θalamos] κλειστός χώρος cabine; chambre τηλεφωνικός θάλαμος une cabine téléphonique κρύος θάλαμος χώρος με χαμηλή θερμοκρασία που χρησιμοποιείται σαν ψυγείο une chambre froide Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|