Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.804.673 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

θέμα

0,03 sec.
θέμα Thema, Gegenstand subject, topic, issue, matter, theme sujet, thème موضوع téma emne asignatura aihe tema materia 主題 주제 onderwerp tema temat assunto предмет ämne หัวข้อ konu chủ đề 科目
ουσ ουδ θέμα ['θema]
1 αντικείμενο cible
το θέμα της ταινίας le sujet du film
2 πρόβλημα problème
Ας μη γίνει θέμα! N'en faisons pas un fromage !
λύνω ένα θέμα résoudre un problème
Είναι δικό μου θέμα. C'est mon problème.Ça ne regarde que moi.
3 ερώτημα σε εξετάσεις sujetthème
το θέμα του διαγωνίσματος le sujet de l'examen
4 βασική μουσική ενότητα thème
μουσικό θέμα un thème musical
5 η λέξη χωρίς την κατάληξή της radical
το θέμα ενός ρήματος le radical d'un verbe
(είμαι) εκτός θέματος
άσχετος με το ερώτημα £££(être) hors sujet


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.