| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.035.263 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
θέρετρο |
0,01 sec. |
|
|
θέρετρο resort منتجع letovisko feriested Erholungsort centro turístico, Resort lomakohde station touristique ljetovalište luogo di villeggiatura 行楽地 휴양지 hulpmiddel feriested kurort resort курорт semesteranläggning สถานที่ตากอากาศ tatil yeri khu nghỉ 手段 курорт נופש
ουσ ουδ θέρετρο ['θeretro] μέρος διακοπών villégiaturelieu de vacances Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|