| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.437.787 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θέση |
0,02 sec. |
|
θέση place, position, situation, status place, position مكانة pozice position Position posición asema položaj posizione 位置 위치 positie posisjon pozycja posição положение position ตำแหน่ง pozisyon vị trí 位置 ουσ θ θέση ['θesi] 1 προορισμένος χώρος για κτ ή κπ place βάζω κτ στη θέση του mettre qqch à sa place αλλάζω θέση bouger 2 θέση για κοινή χρήση place 5 άποψη, στάση position παίρνω θέση se ranger Γνωρίζετε τις θέσεις μας. Vous connaissez nos positions. (δεν )είμαι σε θέση να δεν μπορώ, είμαι ικανός να (ne pas) être en état de Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|