Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.326.065 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

θέτω σε κίνδυνο

0,01 sec.
θέτω σε κίνδυνο يُعَرِض للخطر
θέτω σε κίνδυνο ohrozit
θέτω σε κίνδυνο bringe i fare
θέτω σε κίνδυνο gefährden
θέτω σε κίνδυνο endanger
θέτω σε κίνδυνο poner en peligro
θέτω σε κίνδυνο vaarantaa
θέτω σε κίνδυνο mettre en danger
θέτω σε κίνδυνο ugroziti
θέτω σε κίνδυνο mettere in pericolo
θέτω σε κίνδυνο 危険にさらす
θέτω σε κίνδυνο 위험에 빠뜨리다
θέτω σε κίνδυνο in gevaar brengen
θέτω σε κίνδυνο utsette for fare
θέτω σε κίνδυνο narazić na niebezpieczeństwo
θέτω σε κίνδυνο pôr em risco
θέτω σε κίνδυνο подвергать опасности
θέτω σε κίνδυνο utsätta för fara
θέτω σε κίνδυνο ทำให้อยู่ในอันตราย
θέτω σε κίνδυνο tehlikeye atmak
θέτω σε κίνδυνο gây nguy hiểm
θέτω σε κίνδυνο 危及


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.