| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.786.041.689 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θίγω |
0,01 sec. |
|
θίγω касаться, нарушать slight, offend يُسيِء إلى urazit fornærme beleidigen ofender loukata offusquer uvrijediti offendere 不快感を与える 위반하다 beledigen fornærme obrazić ofender förnärma ทำให้ขุ่นเคือง gücendirmek xúc phạm 犯罪 ρ μεσοπαθ θίγομαι ['θiɣome] être vexé/-éeêtre offensé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|