| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.065.493 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
θανάσιμος |
0,01 sec. |
|
|
θανάσιμος mortal mortal mortal
επίθ α / θ / ουδ θανάσιμος, θανάσιμη, θανάσιμο [θa'nasimos, θa'nasimi, θa'nasimo] επίρρ θανάσιμα [θa'nasima] με αποτέλεσμα το θάνατο mortellement πληγώνομαι θανάσιμα se blesser mortellement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|