| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.956.894 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θανατικός |
0,01 sec. |
|
θανατικός επίθ α / θ / ουδ θανατικός, θανατική, θανατικό [θanati'kos, θanati'ci, θanati'ko] με συνέπεια το θάνατο de mortcapital/-ale θανατική ποινή la peine capitale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|