| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.805.109.750 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θαρραλέος |
0,03 sec. |
|
θαρραλέος bold, courageous, mettlesome, stout مِقدام odvážný modig mutig valeroso rohkea courageux hrabar coraggioso 勇気のある 용감한 moedig modig odważny corajoso отважный modig กล้าหาญ yürekli can đảm 有胆量的 επίθ α / θ / ουδ θαρραλέος, θαρραλέα, θαρραλέο [θara'leos, θara'lea, θara'leo] πολύ γενναίος courageux/-eusehardi/-ie θαρραλέα απόφαση une décision courageuse επίρρ θαρραλέα [θara'lea] με τόλμη courageusementhardiment Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|