| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.066.922 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
θαρραλέος |
0,01 sec. |
|
|
θαρραλέος bold, courageous, mettlesome, stout مِقدام odvážný modig mutig valeroso, valiente rohkea courageux hrabar coraggioso 勇気のある 용감한 moedig modig odważny corajoso отважный modig กล้าหาญ yürekli can đảm 有胆量的, 勇敢 勇敢 אמיץ
επίθ α / θ / ουδ θαρραλέος, θαρραλέα, θαρραλέο [θara'leos, θara'lea, θara'leo] πολύ γενναίος courageux/-eusehardi/-ie θαρραλέα απόφαση une décision courageuse επίρρ θαρραλέα [θara'lea] με τόλμη courageusementhardiment Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|