Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.899.082.114 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

θεατής

0,01 sec.
θεατής spectator, onlooker, bystander, viewer spektanto spectateur, badaud, téléspectateur مُشَاهِد, مُشاهِد, مشاهد التلفزيون divák, přihlížející seer, tilskuer Zuschauer espectador, telespectador katsoja, sivustakatsoja gledatelj, promatrač spettatore, telespettatore 傍観者, 見る人, 観客 관중, 방관자, 시청자 kijker, toeschouwer seer, tilskuer (tele)widz espectador, telespectador зритель åskådare ผู้เห็นเหตุการณ์, ผู้ชม, ผู้ดู ผู้ชมเช่น ผู้ชมรายการโทรทัศน์ izleyici khán giả, người quan sát, người xem 旁观者, 电视观众, 观众
ουσ α/θ θεατής [θea'tis]
1 που παρακολουθεί κπ θέαμα spectateur; spectatrice
Οι θεατές χειροκρότησαν. Les spectateurs ont applaudi.
2 που παρακολουθεί τυχαία κπ συμβάν témoin οculaire
γίνομναι θεατής μιας βίαιης σκηνής être témoin d'une scène de violence


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.