| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.486.256 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θεραπεία |
0,03 sec. |
|
θεραπεία therapy, treatment, cure cure, traitement شفاء vyléčení kur Heilung cura parannuskeino lijek cura 治療 치료 genezing kur kuracja cura лечение botemedel การรักษา tedavi sự chữa bệnh 治愈 ουσ θ θεραπεία [θera'pia] 1 αντιμετώπιση αρρώστιας traitement; thérapie αποτελεσματική θεραπεία un traitement efficace 2 καλυτέρευση της υγείας guérison θεαματική θεραπεία une guérison spectaculaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|