| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.058.926 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θεραπεύω |
0,04 sec. |
|
θεραπεύω cure, treat, heal يَشفى, يُعالِج vyléčit, zahojit (se) helbrede, hele heilen curar parantaa, parantua guérir izliječiti, zacijeliti curare, guarire 治す, 治る (상처 등이) 낫다, (...을)치료하다 genezen helbrede, kurere zagoić, zaradzić cicatrizar, curar вылечивать, лечить bota, läka รักษา iyileşmek, tedavi etmek chữa bệnh, hàn gắn 愈合, 治愈 ρ μετβ θεραπεύω [θera'pevo] ρ μεσοπαθ θεραπεύομαι [θera'pevome] (se) guérir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|