| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.121.373 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
θεσμός |
0,01 sec. |
|
|
θεσμός institution istituzione institution учреждение instelling instituição institución Träger институция 机构 instytucja 機構 instituce institution מוסד institution
ουσ α θεσμός [θe'zmos] κανόνας, παράδοση institution οι κοινωνικοί θεσμοί les institutions sociales Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|