| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.124.220 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
θετός |
0,01 sec. |
|
|
θετός foster, adoptive
επίθ α / θ / ουδ θετός, θετή, θετό [θe'tos, θe'ti, θe'to] 1 που έχει υιοθετήσει παιδί adoptif/-iveadoptant/-ante θετός πατέρας un père adoptif 2 που έχει υιοθετηθεί adopté/-ée θετό παιδί un enfant adopté Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|