| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.135.967 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
θεωρώ |
0,02 sec. |
|
|
θεωρώ consider, deem, regard considérer считать, расценивать يَاَخُذ بعين الاعتبار považovat anse ansehen considerar, i pitää jonakin vidjeti kao considerare みなす 간주하다 beschouwen anse uważać considerar tycka พิจารณา değerlendirmek coi như 尊敬, 我 我 אני
ρ μετβ θεωρώ [θeo'ro] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|