| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.472.143 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θηλάζω |
0,02 sec. |
|
θηλάζω nurse, suck, suckle, breast-feed رضاعة طبيعية nakojit give bryst stillen amamantar imettää allaiter dojiti allattare al seno 授乳する 모유를 먹이다 borstvoeden amme nakarmić piersią amamentar кормить грудью amma ให้นมทารกด้วยนมแม่ emzirmek nuôi con bằng sữa mẹ 哺乳 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|