Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.726.472.143 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

θηλάζω

0,02 sec.
θηλάζω nurse, suck, suckle, breast-feed رضاعة طبيعية nakojit give bryst stillen amamantar imettää allaiter dojiti allattare al seno 授乳する 모유를 먹이다 borstvoeden amme nakarmić piersią amamentar кормить грудью amma ให้นมทารกด้วยนมแม่ emzirmek nuôi con bằng sữa mẹ 哺乳
ρ αμετβ θηλάζω [θi'lazo]
1 (για μητέρα) δίνω γάλα από το στήθος μου σε μωρό allaiterdonner le sein
θηλάζω το μωρό μου allaiter son bébé
2 ρουφάω γάλα από το στήθος της μητέρας μου allaitertéter
Το μωρό θηλάζει. Le bébé tète.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.