| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.599.939 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θηλυκός |
0,02 sec. |
|
θηλυκός weiblich feminine, female femelle, féminin vrouwelijk femenino مُؤنث ženský kvindelig naispuolinen ženski femminile 女性の 여성의 kvinnelig żeński feminino женский kvinnlig เกี่ยวกับสตรี kadın giống cái 女性的 επίθ α / θ / ουδ θηλυκός, θηλυκή, θηλυκιά, θηλυκό [θili'kos, θili'ci, θili'ca, θili'ko] σχετικός με το φύλο που γεννάει femelleféminin/-ine το θηλυκό γένος le genre féminin Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|